υποπόδιο — το 1. ό,τι μπαίνει κάτω από τα πόδια καθισμένου για να πατάει σ αυτό. 2. μτφ., εκείνος που τον ποδοπατεί κανείς, που τον περιφρονεί, άνθρωπος αξιοκαταφρόνητος: Ο καημένος, έγινε υποπόδιο του καθενός … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
θρόνος — Υψηλό κάθισμα με βραχίονες, ερεισίνωτο και υποπόδιο· μεταφορικά, το αξίωμα των βασιλιάδων και των αρχιερέων, καθώς και η εξουσία ή και η περιφέρεια στην οποία ασκείται η εξουσία επισκόπου. Από τους αρχαίους χρόνους ο θ. αποτελούσε τιμητικό… … Dictionary of Greek
αγχόνη — η (Α ἀγχόνη) ικρίωμα με κινητό βρόχο (θηλιά), ο οποίος περνιέται από τον λαιμό τού καταδίκου και προξενεί τον πνιγμό του, αφού αφαιρεθεί βίαια το υποπόδιο, πάνω στο οποίο στέκεται νεοελλ. σκοινί, θηλιά, βρόχος απαγχονισμού αρχ. στραγγαλισμό με… … Dictionary of Greek
θρήνυξ — θρῆνυξ και βοιωτ. τύπος θρᾱνυξ, ὁ (Α) το χαμηλό σκαμνάκι, το υποπόδιο. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος τ. του θρήνυς, παρεκτεταμένος με ουρανικό (πρβλ. βοιωτ. θράνυξ)) … Dictionary of Greek
θρήνυς — θρῆνυς, ὁ (Α) 1. υποπόδιο 2. η έδρα τών κωπηλατών ή το εδώλιο τού πηδαλιούχου. [ΕΤΥΜΟΛ. Ομηρ. τ. τού θράνος*] … Dictionary of Greek
θρανίο — το (ΑΜ θρανίον) [θρόνος] το κάθισμα τών κωπηλατών τής λέμβου, ο πάγκος νεοελλ. 1. μεταλλικό ή ξύλινο και με ερεισίνωτο, συνήθως, κάθισμα για δύο ή περισσότερα άτομα 2. το ειδικό κάθισμα τών μαθητών ή τών σπουδαστών («σχολικό θρανίο») 3. ειδικό… … Dictionary of Greek
κρεμάλα — η 1. ικρίωμα με κινητό βρόχο ο οποίος περνιέται από τον λαιμό καταδίκου και προξενεί τον πνιγμό του, αφού αφαιρεθεί βίαια το υποπόδιο πάνω στο οποίο στέκεται, η αγχόνη 2. η θανατική ποινή που καταδικάζει τον κατηγορούμενο σε κρέμασμα από τον… … Dictionary of Greek
πέδιλο(ν) — το, ΝΜΑ, αιολ. τ. πέδιλλον Α είδος υποδήματος που υπάρχει από την αρχαιότητα και το οποίο καλύπτει με δέρμα ή παρόμοιο υλικό μόνο το πέλμα ή και τον ταρσό τού ποδιού, ενώ συγκρατείται πάνω στο πόδι με κορδόνια ή λουριά, σανδάλι νεοελλ. αρχ.… … Dictionary of Greek
σφέλας — τὸ, Α 1. καθετί που μπαίνει κάτω από τα πόδια κάποιου, υποπόδιο 2. η βάση αγάλματος 3. κοίλο τεμάχιο ξύλου που χρησίμευε ως θήκη. [ΕΤΥΜΟΛ. Λ. άγνωστης ετυμολ. με αρχαϊκή κατάλ. ας (πρβλ. δέμ ας). Η σημ. τής λ., ωστόσο, οδήγησε ορισμένους να… … Dictionary of Greek
υποθρόνιος — ον, Α 1. εκκλ. αυτός που βρίσκεται ή διαμένει κάτω από τον θρόνο τού θεού 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ὑποθρόνιον (στην ποίηση) υποπόδιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + θρόνος] … Dictionary of Greek